Γιάννης Σακέλλης / Yiannis Sakellis

09/1955

Το βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη, υπό την ανεπίσημη καθοδήγηση των τουρκικών αρχών, ένας μαινόμενος όχλος επιτέθηκε στους Έλληνες κατοίκους της πόλης. Στο πογκρόμ που ακολούθησε, αμέτρητα σπίτια και καταστήματα λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, εκκλησίες και νεκροταφεία βεβηλώθηκαν, ενώ σημειώθηκαν εκατοντάδες (αν όχι χιλιάδες) βιασμοί και αντίστοιχες περιπτώσεις βάναυσης κακοποίησης. Οι νεκροί ήταν τουλάχιστον τριάντα. Η επίθεση ήταν καταστροφική για την ελληνική κοινότητα της Πόλης.
Η Nergis Arzuman, κάτοικος Κωνσταντινούπολης με αρμένικη καταγωγή, αφηγείται στην εγγονή της μια ανάμνηση από εκείνη την περίοδο. Η εγγονή της, σήμερα κάτοικος Πάφου, αφηγείται με τη σειρά της αυτή την ανάμνηση, το 2017. Η ανάμνηση δεν είναι ξεκάθαρη, κάτι έσβησε με το πέρασμα του χρόνου, κάτι χάθηκε στην αφήγηση και στη μετάφραση, το βέβαιο, όμως, είναι ότι σχετίζεται με πόρτες σπιτιών και με ένα κόκκινο σταυρό. 
Η μια εκδοχή λέει ότι οι Τούρκοι προειδοποίησαν τους Αρμενίους να ζωγραφίσουν ένα κόκκινο σταυρό στην πόρτα τους, ώστε να μην ενοχληθούν από τον όχλο. 
Η άλλη λέει το αντίθετο: ο σταυρός λειτουργούσε ως στόχος, υποδείκνυε ποια σπίτια ανήκαν στους Έλληνες. 
Ο Γιάννης Σακέλλης, βασισμένος σε φωτογραφίες από την Κωνσταντινούπολη, δημιουργεί μια σειρά από σχέδια, η οποία πλαισιώνεται από μια εγκατάσταση από ξύλα και σπασμένα αντικείμενα, ερείπια, απομεινάρια και τεκμήρια της καταστροφής. Οι πόρτες, σχεδιασμένες με κάρβουνο, τοποθετημένες αμφιθεατρικά, περικλείουν τον θεατή ο οποίος γίνεται επισκέπτης στον τόπο ενός ιστορικού εγκλήματος.
Ακολουθώντας τα ασαφή ίχνη του σπασμένου τηλεφώνου της μνήμης και της αφήγησης, ο καλλιτέχνης ανασυστήνει τα δομικά στοιχεία μιας ιστορίας που εγγράφεται στην καρδιά της τραγωδίας. Οι πόρτες του Σακέλλη, σχεδιασμένες με κάρβουνο, σπασμένες, σκουριασμένες, παρατημένες, υψώνονται σαν ταφόπλακες ή επιτύμβιες στήλες. Ένας διάλογος προκύπτει ανάμεσα στα σχεδιασμένα ερείπια της δισδιάστατης επιφάνειας του χαρτιού και τα πραγματικά χαλάσματα που απλώνονται και στοιβάζονται στο πάτωμα μπροστά τους – ένας διάλογος που υπομνημονεύει τη φυσική σχέση ανάμεσα στην ανάμνηση η οποία αληθεύει στην ανακρίβειά της και την πραγματικότητα που δεν παραγράφεται, όσο κι αν προσπαθεί κανείς να την αγνοήσει.
Ο απόηχος της βιβλικής πληγής διαπνέει το έργο και το μόνο που μένει είναι η απορία, αυτή η θεμελιώδης απώλεια της βεβαιότητας, της ασφάλειας και της γνώσης πολλών λεπτομερειών ζωτικής σημασίας.

On the night of the 6th of September 1955 in Istanbul, under the unofficial guidance of the Turkish authorities, a raging crowd attacked the Greek inhabitants of the city. In the pogrom that followed, numerous homes and shops were vandalized and burnt, churches and cemeteries desecrated, while hundreds (if not thousands) of rapes - and similar cases of violence - took place. At least thirty people died. The attack was disastrous for the Greek community of the city.
Nergis Arzuman, an Armenian woman living in Istanbul, tells a story of that period to her granddaughter, who is living, today, in Paphos. She, herself, remembers and tells the story in 2017. The memory is not clear, something faded with the passing of time, something was erased in the narration and lost in translation. One thing is sure: it has to do with doors and a red cross.
One version of the story is that the Turkish had averted the Armenians to paint a red cross on their doors, so as they would not be bothered by the attackers.
The other version tells the opposite: the cross was a target, and indicated which houses belonged to Greeks.
Yiannis Sakellis, based on photographs of Istanbul, creates a series of drawings presented as an installation with pieces of wood, broken objects, left overs and evidences of a catastrophe. The doors, drawing in charcoal, put the ones next to the others in a semi-circle, envelope the spectator, who becomes a witness in the crime scene of history.
Following the imprecise traces of memory and narration, the artist recomposes the structural elements of a story inscribed in the heart of a tragedy. Sakellis’ doors, drawn on charcoal, broken, rusty and abandoned, are standing as tomb stones. A dialogue occurs between the drawn ruins of the two-dimensional surface of the paper and the real-life ruins spread on the floor next to them - a dialogue that reminds one of the physical relationship between the memory (true in its imprecision) and the reality that cannot be put aside, even if one choses to ignore it.
The echo of the biblical plague pervades the work and the only thing left is the aporia, this fundamental loss of certainty, security and knowledge of basic details.

Εγκατάσταση μικτών τεχνικών / Mixed media installation